Το περιβάλλον στη λογοτεχνία και στα τραγούδια

Ομάδα 8η:   Θωμοπούλου Στέλλα Γ1, Λοκοβίτου Ιωάννα Γ2

Παπαναστασίου Γεωργία Γ3, Ριζάκη Άννα Γ3

Ομήρου Οδύσσεια

Ο Δ.Ν. Μαρωνίτης που μετάφρασε την Οδύσσεια λέει τα ακόλουθα:

… ακούοντας βλέπουμε, ψηλαφούμε, γευόμαστε, μυρίζουμε φαντάσματα πραγματικότητας, που έχουν αποβάλει το υλικό τους βάρος. Παράδειγμα οι επόμενοι στίχοι της πέμπτης ραψωδίας, που εικονογραφούν τη σπηλιά της Καλυψώς και το περιβάλλον της, μέσα από το έκθαμβο βλέμμα του θεού Ερμή:

 

Πλησίασε προς την ευρύχωρη σπηλιά, όπου η καλλίκομη νεράιδα

κατοικούσε. Τη βρήκε μέσα. Κόρωνε στη σχάρα μια φωτιά μεγάλη

και μοσχοβόλαγε ένα γύρο το νησί,

που καίγονταν ο κέδρος ο καλόσχιστος κι η θούγια.

Εκείνη εκεί να τραγουδά με την ωραία φωνή της,

υφαίνοντας στον αργαλειό με τη χρυσή σαΐτα

Γύρω από τη σπηλιά θρασομανούσε δάσος με λεύκες, σκλήθρες,

κυπαρίσσια μυριστά. Πουλιά με τα φτερά τους τεντωμένα,

τώρα πάνω στους κλώνους κούρνιαζαν: γεράκια,

κουκουβάγιες και μακρύγλωσσες θαλασσινές κουρούνες,

που ξόδεψαν τη μέρα τους στη θάλασσα.

Κι εκεί μπροστά να περιβάλλει τη βαθιά σπηλιά

μια νιούτσικη και καρπερή κληματαριά, σταφύλια φορτωμένη.

Τέσσερις κρήνες στη σειρά να τρέχουν, στο πλάι η μια της αλληνής,

κι όμως η καθεμιά αλλού το γάργαρο νερό της να ξεδίνει.

Στις δυό μεριές λιβάδια μαλακά μ' άγριες βιολέτες

κι άγρια σέλινα. Κι ένας θεός αν έρχονταν εδώ,

κοιτάζοντας αυτό της ομορφιάς το θαύμα, θα γέμιζε

αγαλλίαση η ψυχή του.

Έμεινε εκεί ο Ερμής, ψυχοπομπός κι αργοφονιάς, το θαύμα να κειτάζει

Κι όταν ο νους του χόρτασε θαυμάζοντας,

το βλέμμα του γυρίζοντας παντού, μπήκε κατόπι

στη φαρδιά σπηλιά.

Έμεινε Το θαύμα της ακοής…

 


ΟΞΥΑ ΚΑΙ ΕΛΑΤΟΣ

 

 

Μια φορά και ένα καιρό ήταν δυο δέντρα δίπλα δίπλα. Το ένα το λέγανε Έλατο. Ήταν ψηλόλιγνο δεντρί μελαχρινό και λιγόλογο, σοβαρό και περήφανο. Φαινότανε πως εκρατούσε από σόι αρχοντικό. Είχε πάντα το κορμί του ορθοστήλωτο, τεντωμένο-λαμπάδα! Οι ρίζες του μόλις ακουμπούσανε στη γη. Η κορφή του έμοιαζε γοτθικό καμπαναριό με το σταυρό ψηλά στη μυτερή του άκρη όλα ήτανε πάνω του άψογα׃ μαυροπράσινη φορεσιά του συμμετρική σα μαθηματική πυραμίδα.

 Το άλλο δέντρο το λέγανε Οξυά. Η λυγερή κορμοστασιά της, η κάτασπρη επιδερμίδα της, η γραφική φυλλωσιά της με τα κομψά ξανθοπράσινα φυλλαράκια της, η ευαισθησία της στις καιρικές μεταβολές, οι ιδιοτροπίες στην τροφή, όλα αυτά δείχνανε πως και αυτής το σόι δεν ήταν ταπεινό. Τα δύο δέντρα ένιωθαν μια τρυφερή αγάπη να τα ενώνει.

 Μια μέρα ένα ταξιδιάρικο αγέρι της έφερε στ’ αυτί τούτα τα λόγια ׃ « Άφησε τούτες τις χώρες. Έλα στις χώρες του νοτιά με τα γαλανά ακρογιάλια και τους χρυσαφένιους ουρανούς». Τότε η Οξυά  αποκρίθηκε στον Έλατο׃ « Έλα να φύγουμε. Θέλω να πάω εκεί». Και ο ευγενικός της φίλος την συνόδευσε με προθυμία αφήσανε πίσω τους τις μονότονες στέπες και τα αποσκιαδερά « φιόρντ». Ετράβηξαν  για τον νοτιά.

 Ξαφνικά είπε η Οξυά׃ « Ελάτε, πνίγομαι! Σβήνω. Αχ, λίγη δροσιά. Μαράθηκα και ρεύω…». Ο Έλατος την άρπαξε στον ώμο του και τράβηξε για τα ψηλά βουνά. Την ακούμπησε στις κορφές και ξαπλώθηκε στα πόδια της. Έστησαν  εκεί ψηλά μια καινούρια πατρίδα. Μια μέρα όμως ξεκίνησαν πάλι για τον νότο. Η Οξυά γρήγορα κουράστηκε. Έτσι εκείνη έμεινε εκεί και ο Έλατος κατηφόρισε για τις μεσημεριανές χώρες…

 

Διασκευή του ομότιτλου κειμένου του Παν. Γρίσπου.


 


Ηχώ
Ανδρέα Εμπειρίκου

 

Τα βήματά μας αντηχούν ακόμη
Μέσα στο δάσος με το βόμβο των εντόμων
Και τις βαρειές σταγόνες απ' τ' αγιάζι
Που στάζει στα φυλλώματα των δέντρων
Κι ιδού που σκάζει μέσα στις σπηλιές
Η δόνησις κάθε κτυπήματος των υλοτόμων
Καθώς αραιώνουν με πελέκια τους κορμούς
Κρατώντας μες στο στόμα τους τραγούδια
Που μάθαν όταν ήτανε παιδιά
Και παίζανε κρυφτούλι μες στο δάσος.

Κράτησα τη ζωή μου

(Επιφάνια, του Γιώργου Σεφέρη)

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης

 

Κράτησα τη ζωή μου

Κράτησα τη ζωή μου

ταξιδεύοντας ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα

κατά το πλάγιασμα της βροχής

 

Σε σιωπηλές πλαγιές

φορτωμένες με τα φύλα της οξιάς

Καμιά φωτιά στην παρυφή τους

Βραδιάζει

 

 

 

Ο εφιάλτης της Περσεφόνης

(Τα παράλογα, του Νίκου Γκάτσου)

Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις

 

Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι και άγρια μέντα

κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο

τώρα αγωγιάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα

και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.

 

Κοιμήσου Περσεφόνη

στην αγκαλιά της γης

στου κόσμου το μπαλκόνι

ποτέ μην ξαναβγείς

 

Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες

ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο

τώρα πετάνε τα αποτσίγαρα οι τουρίστες

και το καινούργιο παν να δουν διυλιστήριο

Κοιμήσου Περσεφόνη

στην αγκαλιά της γης

στου κόσμου το μπαλκόνι

ποτέ μην ξαναβγείς

 

Εκεί που η θάλασσα γινόταν ευλογία

κ’ ήταν ευχή του κάμπου τα βελάσματα

τώρα καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγία

άδεια κορμιά, σιδερικά, παιδιά κι ελάσματα

 

Κοιμήσου Περσεφόνη

στην αγκαλιά της γης

στου κόσμου το μπαλκόνι

ποτέ μην ξαναβγείς

 

Στα καμένα
Μουσική: Μαχαιρίτσας Λαυρέντης

Στίχοι: Γκανάς Μιχάλης
Από το Ρίξε κόκκινο στη νύχτα του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα (1993).

 

Έλα να πάμε στα καμένα
στον Υμηττό και στην Αυλώνα
Πουλιά και πεύκα συλλογίσου
ενός καμένου παραδείσου
Δέντρα που ήτανε φαντάσου
και στη σκιά τους ξεκουράσου

Έλα και πάρε με μαζί σου
στην Κυριακάτικη εκδρομή σου
Βγάλε με στο χλωρό κορμί σου
στις εκβολές του παραδείσου

Έλα να πάμε στα καμένα
δεν μας χωράει πια το σπίτι
Έρχονται δύσκολες ημέρες
μουτζουρωμένες, σα Δευτέρες
Έρχονται φλόγες απ' τα δάση
και μια φωτιά να μας δικάσει
μέσα στον πύρινο της χνώτο
από τον έσχατο στον πρώτο

Έλα και πάρε με μαζί σου
στην Κυριακάτικη εκδρομή σου

Βγάλε με στο χλωρό κορμί σου
στις εκβολές του παραδείσου


Έλα να βγούμε απ' το σπίτι
ξανά σε δρόμους και πλατείες
Πάρε και τα παιδιά μαζί σου
εδώ στο χείλος της Αβύσσου
Και άφησε μόνη στο τραπέζι
την τηλεόραση να παίζει
να δείχνει έγχρωμο τον πόνο
δίπλα σ' ένα φιλέτο τόνο

Να δείχνει φονικά και φλόγες
τσόντες, πολιτικούς και ρώγες
Ενώ εμείς θα 'χουμε φτάσει
στο σταυροδρόμι του εξήντα

Με τα παιδάκια μας στον ώμο
για να μας δείχνουνε τον δρόμο
Για να μας δείχνουνε τον δρόμο
με τα παιδάκια μας στον ώμο

 

 

Άλλα περιβαλλοντικά τραγούδια

Κάψανε το δάσος

Θωμάς Μπακαλάκος (Οι προστάτες)

 

Ο Ρομπέν των καμένων δασών

Ορφέας Περίδης (Αχ ψυχή μου φαντασμένη, 1991)

 

Σ΄ έψαξα, σ’ έχασα

Μιχάλης Χατζηγιάννης (Ακατάλληλη σκηνή, 2004)

 

Έπεφτε βαθιά σιωπή

Πουλόπουλος Γιάννης (Ο δρόμος, 1969)